Home   Η πόλη μας   Η ιστορία της πόλης

Η ιστορία της πόλης

Η ιστορία της Νεάπολης χάνεται στα βάθη των αρχαίων χρόνων καθώς φαίνεται να συνδέεται με την ύπαρξη της (υπομινωικών χρόνων) αρχαίας πόλης Δρήρου στα βορειοανατολικά της. Η νεότερη πόλη συναρτάται με τον γνωστό συνοικισμό Καρές ως η φυσική συνέχεια του τελευταίου. Οι πρώτοι οικιστές ήταν μυλωνάδες που προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τα τότε άφθονα νερά της πηγής του Βιγλιού εγκαθιστώντας κατά μήκος της πλαγιάς μύλους. Από τον οικισμό αυτό λέγεται ότι προέρχεται και ο Πέτρος Φίλαργης ή Φιλαργος, ο μετέπειτα Πάπας Ρώμης Αλέξανδρος ο Ε΄. Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι μετεγκαταστάθηκαν στη συνέχεια σε έναν νέο οικισμό πιο κοντά στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής, την Απάνω Γειτονιά όπως αναφέρεται σε συμβόλαια της Μονής Αρετίου. Ο Ερ. Μοάτσος αναφέρει ότι ο οικισμός αυτός συνοικίστηκε από τους κατοίκους του Ρεθύμνου το 1646, που κατέλαβαν οι Τούρκοι το Ρέθυμνο και αναγκάστηκαν να φύγουν και συμπληρώνει ότι τα επώνυμα των κατοίκων της Νεάπολης είναι τα ίδια με τα επώνυμα των κατοίκων του Ρεθύμνου. Σύμφωνα με άλλη άποψη, η μετοίκηση αποδίδεται στην καταστροφή του οικισμού από τους Βενετούς το 1347, κατά την επανάσταση των Ψαρομιλίγκων όπως αναφέρει ο Ερρίκος Δάντολος στη λήμμα «Νεάπολις» της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας Δρανδάκη-Πυρσού. Αλλά, είναι πιθανόν, να ερημώθηκε ο οικισμός και από την επιδημία των χρόνων εκείνων, από την οποία πέθαναν και οι γονείς του Πέτρου Φίλαργου, όπως είχαν ερημωθεί από επιδημίες και άλλοι οικισμοί της Κρήτης.
Παράλληλα με τον οικισμό αυτό και την ίδια περίπου χρονική περίοδο ένας άλλος οικισμός, το Λιβάδι, όπως είναι γνωστός και σήμερα, άρχισε να αναπτύσσεται σημαντικά. Η παράδοση αναφέρει ότι ο οικισμός αυτός κτίστηκε από κολίγους κάποιας μονής (της Μεγάλης Παναγίας) που βρισκόταν στα βόρεια του συνοικισμού Λιβάδι, μάλλον προς την πλευρά του βουνού Αφέντης Χριστός.
Με τον καιρό οι δύο αυτοί οικισμοί, της Απάνω Γειτονιάς και του Λιβαδιού, επεκτείνονταν μέχρι που σχεδόν ενώθηκαν και άρχισαν να παίρνουν το όνομα «Καινούργιο Χωριό». Οι οικογένειες του νέου χωριού συνέχισαν να πληθαίνουν και οι κάτοικοί του άρχισαν να επιδίδονται και σε άλλα επαγγέλματα – εκτός του μυλωθρού. Το Καινούργιο Χωριό αναφέρεται στην επαρχία Μεραμπέλλου το 1577 από το Fr. Barozzi, από τον Καστροφύλακα και από το Βασιλικάτα. Εάν, μάλιστα, ισχύει το αναφερόμενο Chenuriogorio σε έγγραφο του Δουκικού Αρχείου του Χάντακα του 1386 ως φέουδο κατά τα ¾ του Ιωάν. Ιαλλινά του ποτέ Γαβριήλ, επώνυμο, που υπάρχει και σήμερα στη Νεάπολη, τότε φαίνεται ότι ο οικισμός ξανακτίστηκε αμέσως μετά την καταστροφή των Καρών το 1347. Η ονομασία Καινούργιο Χωριό αναφέρεται και στην αιγυπτιακή απογραφή του 1834 με 100 χριστιανικές και 2 τούρκικες οικογένειες.
Η επόμενη σημαντική στιγμή στην ιστορία της περιοχής λαμβάνει χώρα κατά την πρόσφατη ιστορική περίοδο και είναι η εφαρμογή του Οργανικού Νόμου 1868. Από την περίοδο της Ενετοκρατίας και κατά την Τουρκοκρατία όλες οι Ανατολικές Επαρχίες υπάγονταν στη Διοίκηση Ηρακλείου με φρούρια στη Σητεία, τη Γεράπετρο, τον Άγιο Νικόλαο και τη Φουρνή. Με το Νόμο 1868 οι Διοικήσεις της Κρήτης άλλαξαν σε πέντε από τρεις που ήταν. Οι επαρχίες Μεραμβέλλου, Ιεράπετρας, Σητείας, Βιάννου και Λασιθίου αποτέλεσαν ξεχωριστό νομό με έδρα το «Καινούργιο Χωριό» και πρώτο Διοικητή μια λαμπρή προσωπικότητα, τον Αδοσίδη Κωστή Πασά. Ο Κωστής Αδοσίδης Πασάς ανάλαβε «εν χαλεποίς καιροίς» πρώτος χριστιανός Διοικητής Λασιθίου και εγκαταστάθηκε στο Καινούργιο Χωριό «δίνοντάς του τον χαρακτήρα της πόλης και τη μετονομασία «Νεάπολη». Από τότε αρχίζει μια αλματώδης εξέλιξη υπό την καθοδήγηση του Κωστή Πασά και με την ενεργό συμμετοχή των κατοίκων ώστε να γίνει η Νεάπολη μια προοδευτική κωμόπολη. Εγκαταστάθηκαν αμέσως οι από το νόμο προβλεπόμενες αρχές, Μικτό Διοικητικό Συμβούλιο, Μικτό Δικαστήριο, φυλακές, Δημογεροντία, ενώ με πρωτοβουλία του Χριστιανού Διοικητή μεταφέρθηκε και η επισκοπή Πέτρας στη Νεάπολη. Ακολούθησε η έντονη ανοικοδόμηση της περιοχής με την κατασκευή Δικαστικού Μεγάρου (σεράγιο), φυλακές, το Σεραγάκι (την κατοικία του Πασά και τωρινό ορφανοτροφείο), στρατώνες-που έκαψαν οι Χριστιανοί κατά την επανάσταση του 1897 – και του Νοσοκομείου που δε λειτούργησε ποτέ ως τέτοιο αλλά ως γυμνάσιο το οποίο ως το 1928 ήταν το μοναδικό του νομού. Παράλληλα την ίδια περίοδο διαμορφώθηκε το πρώτο τμήμα του αμαξιτού δρόμου Νεάπολης – Ηρακλείου. Εκτός από αυτά, πολλά ακόμα έργα πολιτισμού και προόδου έλαβαν χώρα την ίδια περίοδο, όπως ρυμοτομικά, αποχετευτικά, κρήνες κ.λ.π. με χαρακτηριστικότερο ίσως το εξαγωνικό σιντριβάνι της πλατείας της που δυστυχώς και άγνωστο για πιο λόγο, κατεδάφισε ο μετέπειτα Διοικητής Αξελός. «Η Νεάπολις ήτο κώμη μεγάλη μεν τότε, αλλ’ ουδέν σχεδόν έχουσα το προσιδιάζον συνοικισμώ ανθρώπων αξιούντι δικαίως να συγκαταλέγηται μεταξύ των πόλεων και να φέρη το όνομα πόλιν. Ούτω δ’ ευρών (ο Κωστής Αδοσίδης Πασάς) την κόμην ταύτην, ότε τω 1868 εξελέξατο αυτήν έδραν της διοικήσεως Λασιθίου, επεξέτεινεν αυτήν εγείρας μεν δημόσια οικοδομήματα, δους δ’ αφορμήν εις ίδρυσιν πολλών τοιούτων ιδιωτικών, χαράξας δ’ οδούς κανονικάς και αγοράς και πλατείας, διοχετεύσας δ’ ύδατα μακρόθεν και ιδρύσας κρήνας και άλλα πολλά […] Όπου προ εικοσιπεντατείας υπήρχον ολίγα μόνον επί των δαχτύλων αριθμούμενα παντοπωλεία, υπάρχουσι σήμερον εκατοντάδες καταστημάτων διαφόρων και εργαστηρίων τεχνιτών. Αγροί σμικράν αποφέροντες πρόσοδον και σμικράν κατ’ ακολουθίαν έχοντες αξίαν μεταβλήθησαν εις οικόπεδα και η αξία αυτών, κατά πήχεις ήδη, ουχί κατά μουζούρια εκτιμωμένων, ηυξήθη κατά πολύ. Επ’ αυτών ηγέρθησαν και εγείρονται οσημέραι και οικήματα ικανώς ευπρεπή και καταστήματα. Το εμπόριον της πόλεως, όλως ασήμαντον ον τότε, νυν ανέρχεται εις ικανάς χιλιάδας λιρών ενιαυσίως δια τε την ένεκα τούτων φοίτησιν πολλών εκ τε των περιχώρων και των άλλων του τμήματος επαρχιών […]».
Σήμερα, στη Νεάπολη βρίσκονται ακόμα πολλές διοικητικές υπηρεσίες του Νομού Λασιθίου, ενώ το χαρακτηριστικότερο ίσως κτίριό της είναι η εκκλησία της Μεγάλης Παναγιάς που χτίστηκε στη θέση της παλιάς Μονής της Μεγάλης Παναγίας και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη εκκλησία της ανατολικής Κρήτης μετά τον Άγιο Μηνά του Ηρακλείου. Ακόμη, στην ευρύτερη περιοχή, υπάρχει μεγάλος αριθμός εκκλησιών που χρονολογούνται από την εποχή της Ενετοκρατίας, όπως φανερώνουν οι ημερομηνίες που αναγράφονται στα λιθόγλυπτα υπέρθυρά τους. Πολλά από τα κτίρια της χρυσής εποχής της πόλης σώζονται μέχρι σήμερα, δίνοντας της ακόμα ένα αρκετά γραφικό χαρακτήρα, με λιθόστρωτα, κρήνες, και παλιά αρχοντικά, ενώ συνεχίζονται οι προσπάθειες να διασωθεί ό,τι περισσότερο γίνεται από την παλαιότερη λάμψη της. Η Νεάπολη είναι σήμερα έδρα της Ι. Μητρόπολης Πέτρας και Χερρονήσου, και των Δικαστηρίων του Νομού . Στην ευρύτερη περιοχή της Νεάπολης βρίσκονται τα απαρακάτω χωριά και οικισμοί: Αγίου Αντωνίου: με 137 κατοίκους, Βουλισμένης: με 323 κατοίκους, Βραχασίου: με 982 κατοίκους, Βρυσών: με 429 κατοίκους, Καρυδίου: με 153 κατοίκους, Καστελλίου Φουρνής: με 177 κατοίκους, Λατσίδας: με 352 κατοίκους, Μιλάτου: με 391 κατοίκους, Νικηθιανού: με 141 κατοίκους, Φουρνής: με 340 κατοίκους και Χουμεριάκου: με 357 κατοίκους

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*